Tag Archive: μπαχαρικά

Κόλιανδρο ή κορίανδρον ή κορίαννον

Κόλιανδρο – Κορίανδρον το ήμερον – 𐀒𐀪𐀊𐀅𐀙

Social tagging: >

Το φυτό

Το φυτό «Κορίανδρον το ήμερον» (Coriandrum sativum) είναι ετήσιο φυτό και βότανο της οικογένειας των Απιίδων (Apiaceae) ή Σκιαδοφόρων (Umbelliferae). Φύεται στη νότια Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη νοτιοδυτική Ασία. Είναι ένα μαλακό φυτό που φτάνει σε ύψος έως τα 50 εκατοστά. Τα φύλλα του είναι μεταβλητά στο σχήμα, με φαρδύς λοβούς στη βάση και λεπτούς & φτερωτούς ψηλότερα, στους ανθοφόρους βλαστούς. Τα άνθη είναι διατεταγμένα σε μικρά σκιάδια, λευκά ή ροζ, ασύμμετρα, με τα πέταλα να δείχνουν μακριά από το κέντρο των σκιαδίων. Ο καρπός είναι σφαιρικός, με διάμετρο 3-5 χιλιοστά. Αν και μερικές φορές τρώγονται μόνοι τους, οι σπόροι, συχνά χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα ή ως ένα πρόσθετο συστατικό σε άλλα τρόφιμα.

Η ετυμολογία

Σήμερα, στα Ελληνικά: κόλιαντρο
14ος αι., στα Αγγλικά: coriander
8ος αι., στα Γαλικά: coriandre
1ος αι. π.Χ., στα Λατινικά: coriandrum
7ος αι. π.Χ., στα Αρχαία Ελληνικά: κορίαννον
16ος αι. π.Χ., στη Γραμμική Β: 𐀒𐀪𐀊𐀅𐀙 – ko-ri-ja-da-na

Πρώτα βεβαιώνεται στα αγγλικά, κατά τα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα, η λέξη “κόλιαντρο” προέρχεται από την παλαιά γαλλική: coriandre, η οποία προέρχεται από το Λατινικό: coriandrum, με τη σειρά του από το αρχαίο ελληνικό: κορίαννον. Η αρχαιότερη μορφή της λέξης πιστοποιείται στα Μυκηναϊκά Ελληνικά ‘ko-ri-ja-da-na’. Γραμμένη σε συλλαβική γραφή Γραμμική Β 𐀒𐀪𐀊𐀅𐀙, ανακατασκευάστηκε ως ‘koriadnon’, παρόμοιο με το όνομα της κόρης του Μίνωα Αριάδνης, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε σε ‘koriannon’ ή ‘koriandron’.

Η Ιστορία

Κόλιανδρο ή κορίανδρον ή κορίαννον, άνθη

Ο κορίανδρος φύεται σε μια ευρεία περιοχή της Εγγύς Ανατολής και της νότιας Ευρώπης, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να καθοριστεί ακριβώς πού το φυτό αυτοφύεται ​​και πού έχει εγκατασταθεί πρόσφατα. Δεκαπέντε αφυδατωμένοι καρποί βρέθηκαν στο προ-κεραμικό νεολιθικό σπήλαιο του Nahal Hemar, στο Ισραήλ, περίπου το 6.000 π.Χ., το αρχαιότερο αρχαιολογικό εύρημα κόλιανδρου. Περίπου μισό λίτρο σχιζοκάρπια βρέθηκαν στον τάφο του Τουταγχαμών και επειδή το φυτό δεν είναι αυτοφυές στην Αίγυπτο, οι Zohary και Hopf (Domestication of plants in the Old World: 3rd edition, Oxford University Press, 2000), ερμηνεύουν το εύρημα ως απόδειξη ότι ο κορίανδρο καλλιεργείτο από τους αρχαίους Αιγυπτίους.

Ο κορίανδρος φαίνεται ότι έχει καλλιεργηθεί στην Ελλάδα τουλάχιστον από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.. Ένα από τα Γραμμικής Β δισκία που ανακτήθηκε από την Πύλο, αναφέρεται στα είδη που καλλιεργούνται για την παραγωγή αρωμάτων και φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε σε δύο μορφές: ως καρύκευμα για τους σπόρους του και ως βότανο για την γεύση των φύλλων του. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα από την ίδια περίοδο: οι μεγάλες ποσότητες των ειδών που προέρχονται από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού στο στρώμα των Σιταγρών στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης θα μπορούσε να δείξει την καλλιέργεια του είδους εκείνη την εποχή.

Ο κορίανδρος ήταν ένα από τα πρώτα μπαχαρικά που καλλιεργήθηκαν στις Βρετανικές αποικίες, στη Βόρεια Αμερική, από το 1670.

Τα Θρεπτικά συστατικά

Κόλιανδρο ή κορίανδρον ή κορίαννον, φρλεκοι καρποί

Το διατροφικό προφίλ του κορίανδρου είναι διαφορετικό στους φρέσκους ​​βλαστούς από τα φύλλα. Τα φύλλα είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνη Α, βιταμίνη C και βιταμίνη Κ, με μέτρια περιεκτικότητα σε διαιτητικά ορυκτά. Οι σπόροι έχουν γενικά χαμηλότερη περιεκτικότητα σε βιταμίνες, παρέχουν όμως σημαντικές ποσότητες διαιτητικών ινών, ασβέστιο, σελήνιο, σίδηρο, μαγνήσιο και μαγγάνιο.

Η Μαγειρική χρήση

Τα φρέσκα φύλλα είναι συστατικό σε πολλά Ινδικά τρόφιμα (τσάτνεϊ & σαλάτες), στα Κινεζικά και Ταϊλανδέζικα πιάτα, στη Μεξικανική μαγειρική, ιδιαίτερα στη salsa και στη γουακαμόλε (guacamole) και ως γαρνιτούρα σε σαλάτες στη Ρωσία και άλλες χώρες. Καθώς η θερμότητα μειώνει τη γεύση τους, τα φύλλα του κόλιανδρου χρησιμοποιούνται συχνά ωμά ή προστίθενται στο πιάτο αμέσως πριν από το σερβίρισμα. Τα φύλλα χαλάνε γρήγορα όταν αφαιρούνται από το φυτό και χάνουν το άρωμά τους, όταν αποξηρανθούν ή καταψυχθούν.

Οι σπόροι όταν συνθλιβούν, έχουν μια λεμονάτη γεύση εσπεριδοειδούς, λόγω των τερπενίων, της λιναλοόλης και του πινένιου. Έχει χαρακτηριστεί ως θερμό, πικάντικο και με γεύση πορτοκαλιού.

Τα μεγαλόκαρπα είδη καλλιεργούνται κυρίως στις τροπικές και υποτροπικές χώρες και περιέχουν χαμηλή ποσότητα πτητικού ελαίου (0,1 – 0,4%). Οι τύποι με μικρότερους σπόρους, καλλιεργούνται στις εύκρατες περιοχές και περιέχουν συνήθως περίπου 0,4 έως 1,8% πτητικό έλαιο. Έτσι, προτιμούνται ως πρώτη ύλη, για την παρασκευή του αιθέριου ελαίου.

Κόλιανδρο ή Κορίανδρον, καρποί

Το ψήσιμο ή η θέρμανση των σπόρων σε ένα στεγνό τηγάνι αυξάνει τη γεύση, το άρωμα και την πικάντικη γεύση. Ο αλεσμένος σπόρος κορίανδρου, χάνει γρήγορα τη γεύση του όταν αποθηκευτεί και τρίβεται καλύτερα πριν τη χρήση. Οι σπόροι του κορίανδρου είναι ένα μπαχαρικό στο γκαράμ μασάλα (garam masala) και στα Ινδικά κάρυ που συχνά χρησιμοποιούν τους τριμμένους καρπούς σε μεγάλες ποσότητες μαζί με το κύμινο, ενεργώντας ως πυκνωτικό.

Οι ψημένοι σπόροι κορίανδρου, που ονομάζονται dhana dal, τρώγονται ως σνακ. Είναι το κύριο συστατικό των δύο πιάτων στη νότια Ινδία: του sambhar (βραστό πιάτο με βάση τις φακές) και του rasam (σούπα της Νότιας Ινδίας).

Εκτός Ασίας, οι σπόροι του κορίανδρου χρησιμοποιούνται ευρέως στη διαδικασία για τη τουρσοποίηση των λαχανικών. Στη Γερμανία και τη Νότια Αφρική (βλ. boerewors -λουκάνικο της Νότιας Αφρικής), οι σπόροι χρησιμοποιούνται στην παρασκευή λουκάνικων. Στη Ρωσία και την Κεντρική Ευρώπη, σπόροι κόλιανδρου είναι ένα περιστασιακό συστατικό στο ψωμί σίκαλης (π.χ. ψωμί borodinsky), ως εναλλακτική λύση στο αγριοκύμινο.

Σπόροι κόλιανδρου χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία, σε ορισμένες μορφές μπύρας, ιδιαίτερα ορισμένες βελγικές μπύρες σιταριού, με φλούδα πορτοκαλιού, για να προστεθεί μια νότα εσπεριδοειδούς.

Το κόλιανδρο, χρησιμοποιείται επίσης στο παστράμι (σ.σ.).

Η Θεραπευτική χρήση

Κόλιανδρο ή κορίανδρον ή κορίαννον, άνθη

Για τις θεραπευτικές εφαρμογές του, υπάρχει πλήθος αναφορών ήδη από την εποχή του Ιπποκράτη. Ο Ιπποκράτης συνιστούσε την χρήση του, ως φάρμακο στυπτικό του στομάχου. Το ίδιο ο Διοσκουρίδης, ο Θεόφραστος, ο Αριστοτέλης, ο Γαληνός, ο Πλίνιος, κ.ά. Έτσι, είχε χρησιμοποιηθεί πριν την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, κατά του στρεπτοκόκκου που προκαλούσε το ερυσίπελας (επιφανειακή λοίμωξη του δέρματος με σημαντική λεμφαγγειακή προσβολή). Για τις πληγές, τους πονοκεφάλους, τις αιμορροΐδες και ένα σωρό άλλες ασθένειες και τραύματα. Ο Διοσκουρίδης έγραφε ότι η συστηματική χρήση του κόλιανδρου ωφελεί τα μέγιστα στην ανδρική σεξουαλικότητα.

Περιέχει ουσίες που μπορούν να καταπολεμήσουν μύκητες και εντεροβακτήρια. Ως αντιφλεγμονώδες, μπορεί να ανακουφίσει από τους πόνους της αρθρίτιδας. Είναι μια πολύ καλή πηγή ασβεστίου, καλίου, μαγνησίου, μαγγανίου και σιδήρου. Τα χαρακτηριστικά του αυτά, είναι ικανά να ρυθμίσουν τα επίπεδα της χοληστερόλης στο αίμα.

Τα αντιοξειδωτικά και απολυμαντικά συστατικά του, απομακρύνουν τις τοξίνες του σώματος και συμβάλλουν στην επούλωση της βλάβης των πνευμόνων στους καπνιστές, ενώ θεραπευει την διάρροια και την χρόνια δυσεντερία.

Βοηθά τους διαβητικούς να διατηρούν την ινσουλίνη και το σάκχαρο του αίματος σε σωστά επίπεδα, τους αλκοολικούς στις βλάβες του ήπατος, τις γυναίκες στην εμμηνόπαυση, ελέγχει την έμμηνο ροή και προστατεύει από φλεγμονές του ουροποιητικού συστήματος. Καθώς μειώνει τη βλάβη των νευρώνων του εγκεφάλου, παίζει σημαίνοντα ρόλο στη θεραπεία της νόσου Alzheimer.

Η Καλλιέργεια

Κόλιανδρο ή κορίανδρον ή κορίαννον, καλλιέργεια

Εποχή σποράς & φύτευσης – Θερμοκρασία βλάστησης: Νωρίς την άνοιξη, όταν οι θερμοκρασίες είναι 10 – 21 βαθμοί C.
Η προτεινόμενη εποχή σποράς για υπαίθρια καλλιέργεια: Μάρτιος – Απρίλιος, το βάθος φύτευσης: 0,5 – 1,5 εκατοστά, οι ημέρες βλάστησης: 6 – 12.
Η μεταφύτευση γίνεται συνήθως 25 ημέρες μετά. Η ωρίμανση γίνεται σε 50 ημέρες μετά την μεταφύτευση.
Μπορεί να καλλιεργηθεί στο σπίτι (κήπος, γλάστρες, ζαρντινιέρες, κλπ) χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Κοινά πρώτης ανάγκης λαχανικά και αρωματικά φυτά μαζί με το κολίανδρο, μπορούν να καλλιεργηθούν σε κατάλληλους χώρους του σπιτιού όπως μαρούλια, κρεμμύδια, καρότα, κοκκινογούλια, σκόρδα, πράσα, σέλινο, μαϊντανός, μάραθος, φασκόμηλο, μέντα, δυόσμο, βασιλικό, μελισσόχορτα, κ.α.

Πηγές:
Κορίανδρον το ήμερον – Βικιπαίδεια
Tο Κορίαννον (Κόλιαντρο ή Κόλιαντρος) – Γεωπόνοι του Κόσμου

Τριγωνέλλα: Πολύτιμη, όχι μόνο για τον παστουρμά!

Social tagging: >


Γράφει ο ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΑΥΓΟΥΛΑΣ

Καθηγητής Γεωργίας,
στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η τριγωνέλλα ή τριγωνίσκος (Trigonella foenum – graecum) θα μπορούσε να καταταγεί και στα αυτοφυή λαχανευόμενα, αφού καλλιεργείται και ως σαλατικό για τους εύοσμους, τρυφερούς βλαστούς της, που τρώγονται ωμοί ή και μαγειρευτοί (ωμοί ή εφθοί κατά τον Γεννάδιο).

Τριγωνέλλα

Είναι φυτό ποώδες, ετήσιο και υπάγεται στα φυτά της μεγάλης καλλιέργειας. Δικότυλο, της οικογένειας των ψυχανθών, με 70 περίπου είδη, «οικούντα» την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και ένα την Αυστραλία.

Ειδικότερα, είδη του γένους Trigonella είναι γηγενή της Μεσογείου, ενώ επίσης είναι ευρέως διαδεδομένα από τα Κανάρια νησιά μέχρι την Εγγύς Ανατολή και από τη βόρεια Αφρική μέχρι τη νοτιοδυτική Ασία και την Ινδία. Μεμονωμένα είδη του γένους εμφανίζονται στην Αυστραλία και τη νότια Αφρική.

Τα διάφορα είδη τριγωνέλλας, γνωστά με τις κοινές ονομασίες «γραικόχορτο» ή «ελληνικό τριφύλλι» ή «ελληνικό χόρτο», καλλιεργούνταν ευρέως κατά την αρχαιότητα σε όλη τη Μεσόγειο και τη νότια Ασία. Νεαρά φυτά αυτού του ετήσιου φυτού, που μοιάζει με το τριφύλλι, καταναλώνονταν ως σαλατικό από τους Αιγύπτιους στα χρόνια της βίβλου. Στην Ελλάδα υπάρχουν αυτοφυή 14 είδη, με σπουδαιότερο τον τριγωνίσκο τον «γραικόχορτο» ή «τήλι» (Tr. foenum – graecum) που είναι και καλλιεργούμενο είδος για διάφορους σκοπούς. Το είδος αυτό απαντάται σε καλλιεργούμενους αλλά και χέρσους αγρούς της βορειοηπειρωτικής Ελλάδας, της Πελοποννήσου, των Ιονίων νησιών και της Κρήτης και είναι γνωστό με διάφορα τοπικά ονόματα, που εκτός από τριγωνέλλα, τριγωνίσκος και τήλι, είναι ακόμα τηντιλίδα, ντηντιλίδα, μοσχοσίταρο και τσιμένι.

Πιθανόν στο είδος αυτό αναφέρεται η τήλις και ο βούκερας του Θεόφραστου και η τήλις ή τήλεως καρπός ή βούκερως ή αιγόκερως και Κεραΐτις (βλέπε και Μελίλωτος σε άλλο σημείωμά μας) από τον Διοσκουρίδη.

Ο τριγωνίσκος, ως είδος κτηνοτροφικό, καλλιεργούνταν από τους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους. Στην Αίγυπτο, εκτός από λαχανικό, καλλιεργούνταν και ως κτηνοτροφικό και φαρμακευτικό, με τους σπόρους του πολτοποιημένους να χρησιμοποιούνται ως μαλακτικόν ή φρυγμένοι να χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ενός ποτού. Ο τριγωνίσκος υπήρξε είδος κοινό στη Συρία και τη βόρεια Αφρική, εκτιμώμενο ιδιαίτερα από τους Άραβες ως είδος νομευτικό, γι’ αυτό και έλεγαν ότι «είναι ευτυχής ο θνητός που πατάει γη στην οποία φύεται το ελμντίχ», δηλαδή η τριγωνέλλα ή τήλις.

Τριγωνέλλα

Χρησιμότητα – οικονομική σημασία

Τα φυτά των διαφόρων ειδών του γένους Trigonella είναι κτηνοτροφικά και φαρμακευτικά και όλα αναδίδουν μια ιδιάζουσα οσμή κουμαρίνης. Από τα αυτοφυόμενα στη χώρα μας είδη, πολλά χρησιμοποιούνται υπό μορφήν χόρτου και λοβών εντός σακκιδίων από λεπτό ύφασφα, προς αρωματισμό και προφύλαξη των ρούχων από μαλλοφάγα έντομα και κυρίως από τον σκώρο, το γνωστό μικρολεπιδόπτερο. Το χόρτο του χρησιμοποιείται, επίσης, για τροφή των ζώων, αλλά σε μικρές ποσότητες και με μεγάλη προσοχή, γιατί αλλιώς μεταδίδει στο κρέας και στο γάλα των ζώων τη χαρακτηριστική οσμή του, που για πολλούς είναι απωθητική.

Όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή, ο τριγωνίσκος χρησιμοποιείται και για τη διατροφή του ανθρώπου ως σαλατικό, οι τρυφεροί βλαστοί του, αλλά και για τους σπόρους του που τρώγονται επίσης ωμοί ή μαγειρευτοί. Ο τρόπος αυτός της διατροφής, με τον τριγωνίσκο να καταναλώνεται ως σαλατικό, είναι διαδεδομένος κυρίως στην Αίγυπτο και στην Ασία. Στις ίδιες αυτές περιοχές οι γυναίκες καταναλώνουν σπόρους τριγωνίσκου για να «κατεβάσουν» γάλα. Σπόροι τριγωνίσκου χρησιμοποιούνται ως άρτυμα για την παρασκευή του αλλαντικού «παστουρμάς», με τη γνωστή βαριά οσμή.

Σε κάποιες περιοχές ένα άλλο είδος Τριγωνέλλας, η Τριγωνέλλα η κυανή (Trigonella caerulea) χρησιμοποιείται για αρωματισμό του τσαγιού, ενώ στην Ελβετία για τον αρωματισμό ενός πράσινου τυριού που κυκλοφορεί με τ’ όνομα Schabziger και ενός ψωμιού με βότανα.

Σπόροι τριγωνέλλας

Πολτοποιημένοι σπόροι της Trigonella foenum – graecum έχουν χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν ως συστατικό καταπλασμάτων για την επούλωση εγκαυμάτων, ως συστατικό καλλυντικών, λαδιών για τα μαλλιά, καθώς και σε αντιβηχικά, σε διουρητικά και σε καθαρτικά.

Το αλκαλοειδές τριγωνελλίνη, με χημικό τύπο C7H7NO2, έχει απομονωθεί σε διάφορα μέρη των φυτών, κυρίως σε σπόρους, των ειδών Trigonella foenum – graecum (Τριγωνέλλα η ελληνική), Trigonella caerulea (Τριγωνέλλα η κυανή), Trigonella cretica (Τριγωνέλλα η κρητική), Trigonella spinosa (Τριγωνέλλα η ακανθώδης) δεν έχει όμως φαρμακευτική δράση.

Οι σπόροι της τριγωνέλλας περιέχουν επίσης χολίνη, μια ημικρυσταλλική άσπρη σαπωνίνη, ένα λάδι διεγερτικό της γαλακτοπαραγωγής και διάφορες κολλώδεις ουσίες. Οι τελευταίες αυτές αποτελούν το 23% του βάρους του σπόρου.

«Φάρμακο»

Μερικές δεκαετίες πριν ιδιαίτερη προσοχή είχε δοθεί στους σπόρους της Trigonella foenum-graecum, ως πηγής διοσγενίνης, μιας στεροειδούς σαπωνίνης με χημικό τύπο C27H42O3, που θεωρείται σημαντική φαρμακευτική ουσία.

Εκτός από τριγωνελλίνη, χολίνη, διοσγενίνη και κολλώδεις ουσίες, οι σπόροι της τριγωνέλλας περιέχουν 20% πρωτεΐνες, ασβέστιο, κάλιο, σίδηρο και βιταμίνες Α, Β και C. Το φυτό δρα ως αποχρεμπτικό, μαλακτικό, τονωτικό και γαλακταγωγό. Είναι κατάλληλο για την τοπική θεραπεία και τη μείωση φλεγμονών σε περιπτώσεις τραυμάτων, ερεθισμένων πληγών, συριγγίων και όγκων. Δρα ως καθαρτικό, λιπαντικό του εντέρου και αντιπυρετικό. Βοηθά στη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης και του σακχάρου στο αίμα και σε περιπτώσεις άσθματος και ιγμορίτιδας. Είναι ευεργετικό για παθήσεις των οφθαλμών και για φλεγμονές των πνευμόνων. Η τριγωνέλλα προάγει την παραγωγή γάλακτος σε θηλάζουσες μητέρες.

Στην Κίνα χρησιμοποιούν τους σπόρους του φυτού ως αφροδισιακούς και θερμαντικούς για τα νεφρά και τα αναπαραγωγικά όργανα, πιθανόν λόγω των στεροειδών σαπωνινών που περιέχουν και που μοιάζουν με τις ανθρώπινες σεξουαλικές ορμόνες.

Βοτανικά και καλλιεργητικά στοιχεία

Ο τριγωνίσκος (Trigonella foenum – graecum) είναι φυτό ετήσιο, ποώδες, όρθιας ανάπτυξης, ύψους 10-50 εκατοστών. Οι βλαστοί του είναι αραιώς τριχωτοί, σχεδόν λείοι. Τα φύλλα του είναι σύνθετα αποτελούμενα από τρία μεγάλα φυλλάρια, λεπτοφυώς οδοντωτά προς τα πάνω. Τα παράφυλλά του είναι τριγωνικώς λογχοειδή, ακέραια. Τα άνθη του έχουν χρώμα ωχρόλευκο, με μήκος 12-15 χιλιοστά και φέρονται μεμονωμένα και σπανιότερα κατά ζεύγη. Οι λοβοί του έχουν μήκος 7-9 εκατοστά, είναι χαρακτηριστικά λεπτοί και επιμήκεις, ελαφρά δρεπανοειδείς, διατρεχόμενοι από λεπτές νευρώσεις, στενοί προς την άκρη. Σε κάθε λοβό περιέχονται 10-20 σπέρματα ρομβοειδή, τετραγωνικά, σχεδόν λεία, με χρώμα καστανόξανθο.

Τριγωνέλλα

Τα είδη του γένους Trigonella προσαρμόζονται άριστα σε εδάφη πηλώδη. Οι απαιτήσεις τους σε έδαφος είναι περιορισμένες, αναπτύσσονται όμως καλύτερα σε εδάφη που στραγγίζουν καλά και σε περιοχές με ετήσια βροχόπτωση από 500 – 1.500 mm.

Ο τριγωνίσκος είναι φυτό μέτρια ανθεκτικό στο ψύχος και την ξηρασία. Στις νότιες και ζεστές περιοχές σπέρνεται το φθινόπωρο, ενώ στις βόρειες και ψυχρές την άνοιξη. Σε αμιγείς καλλιέργειες η σπορά γίνεται σε γραμμές που απέχουν μεταξύ τους 30-50 εκατοστά. Για ένα στρέμμα απαιτούνται 4-5 κιλά σπόρου.

Σε αρκετές περιπτώσεις ο τριγωνίσκος συγκαλλιεργείται με διάφορα άλλα φυτά, όπως με βίκο, κτηνοτροφικά κουκιά (φούλια), κριθάρι, τριφύλλια κ.ά., σε ποσότητα 2,0-2,5 κιλά σπόρου ανά στρέμμα. Τα έρποντα ψυχανθή βρίσκουν στον τριγωνίσκο, κατά τη συγκαλλιέργειά τους, μια υποτυπώδη στήριξη.

Μεγάλο καλλιεργητικό πλεονέκτημα του τριγωνίσκου αποτελεί το γεγονός, ότι είναι φυτό χωρίς σοβαρούς εχθρούς και ασθένειες. Τέλος, σε πολλές περιοχές, ο τριγωνίσκος χρησιμοποιείται ως φυτό χλωρής λίπανσης.

Πηγή:
Παραγωγή – paragogi.net – Το Site των αγροτών

Τριγωνέλλα: Πολύτιμη όχι μόνο για τον… παστουρμά